άσπιλος

άσπιλος
ασπίλωτος, η , ο [ος , ον ] незапятнанный, чистый (тж. перен. ); безупречный, безукоризненный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "άσπιλος" в других словарях:

  • άσπιλος — άσπιλος, η, ο και ασπίλωτος, η, ο επίρρ. α αμόλυντος, ακηλίδωτος, αγνός, ανεπίληπτος: Όλη του η ζωή ήταν άσπιλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄσπιλος — stainless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσπιλος — η, ο (AM ἄσπιλος, ον) 1. ο ακηλίδωτος, ο καθαρός 2. (μτφ., με ηθική σημ.) ο άψογος, ο αγνός. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σπίλος (ΙΙ) «στίγμα, κηλίδα, λεκές, μίασμα»] …   Dictionary of Greek

  • ἀσπίλως — ἄσπιλος stainless adverbial ἄσπιλος stainless masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπιλον — ἄσπιλος stainless masc/fem acc sg ἄσπιλος stainless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπίλου — ἄσπιλος stainless masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπίλους — ἄσπιλος stainless masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπίλων — ἄσπιλος stainless masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπίλῳ — ἄσπιλος stainless masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπιλα — ἄσπιλος stainless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπιλοι — ἄσπιλος stainless masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»